Σοφία Σακοράφα

sakorafa

Άρχισε να ασχολείται με τον αθλητισμό σε ηλικία 15 ετών, αγωνιζόμενη με τα χρώματα του Γ.Σ. Τρικάλων. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1982 στο διεθνές μίτινγκ «Βαρδινογιάννεια» στα Χανιά, πέτυχε παγκόσμιο ρεκόρ με επίδοση 74,20 μέτρα. Η επίδοση αυτή παρέμεινε πανελλήνιο ρεκόρ μέχρι την εισαγωγή του νέου τύπου ακοντίου, οπότε και όλα τα ρεκόρ μηδενίστηκαν. Παρέμεινε κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ στον ανοιχτό στίβο ως και την 13η Ιουνίου του 1983 όταν στο Τάμπερε της Φινλανδίας η Tiina Lillak το κατέρριψε με επίδοση 74,76 μέτρα.
Συνολικά πέτυχε 17 φορές πανελλήνιο ρεκόρ, βελτιώνοντάς το συνολικά πάνω από 30 μέτρα.
Είναι απόφοιτη της Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής Θεσσαλονίκης (σήμερα ΤΕΦΑΑ).

Χρήστος Παπανικολάου

papanikolaou

Ξεκίνησε από τον Γ.Σ. Τρικάλων, ενώ αργότερα εντάχθηκε στον Παναθηναϊκό. Κυριάρχησε στο άθλημά του για πολλά χρόνια, όχι μόνο στην Ελλάδα όπου ήταν 13 φορές Πανελληνιονίκης (από το 1961 έως το 1977 με κάποια διαλείμματα), αλλά και στο εξωτερικό, με οκτώ Βαλκανικούς τίτλους, δύο χρυσά σε Μεσογειακούς Αγώνες το 1967 και το 1971 και ασημένιο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου το 1966.

Το 1964 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον πίνακα των πανελληνίων ρεκόρ, όταν στις 26 Ιουλίου κατέρριψε στο Κάιρο το πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ με επίδοση 4.73 μ. Στις 3 Ιουνίου του 1965, στην Αθήνα, ανέβασε το πανελλήνιο ρεκόρ στα 4,92 μ.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1966 κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Βουδαπέστης με 5,05 μ. κάνοντας ταυτόχρονα και πανελλήνιο ρεκόρ. Το χρυσό μετάλλιο κατέκτησε ο μεγάλος και «αιώνιος» αντίπαλός του, Βόλφγκανγκ Νόρντβιγκ, που πήδηξε 5,10 μ. Ξεπέρασε, όμως, σπουδαίους άλτες, όπως ο Γάλλος Ερβέ ντ’Ανκός και ο Ιταλός Ρενάτο Ντιονίζι. Την ίδια χρονιά, στους Βαλκανικούς αγώνες στίβου κέρδισε το χρυσό μετάλλιο (5 μ.).

Τον Αύγουστο του 1967, στο Νέο Φάληρο, έκανε πανελλήνιο ρεκόρ στο δέκαθλο και στέφθηκε πρωταθλητής Ελλάδας. Νίκησε στους Μεσογειακούς Αγώνες της Τύνιδας και στις 16 Οκτωβρίου του 1968, στην Πόλη του Μεξικού, κατέρριψε το ευρωπαϊκό και πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα επί κοντώ με 5,35 μ. Το 1969, στους Βαλκανικούς Αγώνες Στίβου που διεξήχθησαν στη Σόφια, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με άλμα 5,25 μ.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού έχασε το χάλκινο μετάλλιο από τον Ανατολικογερμανό Βόλφγκανγκ Νόρντβιγκ που ξεπέρασε το 5.40, αλλά απέδειξε την παγκόσμια κλάση του δύο χρόνια αργότερα, όταν κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ στο επί κοντώ με 5.49 μ. στις 24 Οκτωβρίου 1970 στην Αθήνα.

Βασίλης Τσιτσάνης

tsitsanis

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο, βιολί και μπουζούκι.

Το φθινόπωρο του 1936 ο Τσιτσάνης ήρθε στην Αθήνα με κύριο σκοπό να σπουδάσει στη Νομική, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε στο μαγαζί «Μπιζέλια». Σύντομα γνώρισε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, που τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια. Το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη.

Την περίοδο 1937-1940 έγραψε τραγούδια που ηχογράφησε με τις φωνές του Περδικόπουλου και άλλων τραγουδιστών εκείνης της εποχής, όπως του Στράτου Παγιουμτζή, του Μάρκου Βαμβακάρη και του Στελλάκη Περπινιάδη, με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετείχε σαν δεύτερη φωνή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942–1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως την «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, όντες αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος ήταν ο προσωπικός φίλος του Τσιτσάνη Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου τού Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα.

Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανά. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές, τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, αλλά και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, είχε ξεκινήσει συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο, ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου και ο αγαπημένος του μουσικός. Υπήρξε μεγάλος λάτρης του Άρη Θεσσαλονίκης, αλλά και του ιστορικού ποδοσφαιρικού Α.Ο. Τρίκαλα, πηγαίνοντας συχνά στο γήπεδο.

Απόστολος Καλδάρας

kaldaras

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 7 Απριλίου 1922. Τέλειωσε το Γυμνάσιο και ασχολήθηκε στην αρχή ερασιτεχνικά με το μπουζούκι. Στη διάρκεια όμως της Κατοχής ασχολήθηκε επαγγελματικά με αυτό το μουσικό όργανο και βεβαίως με τη μουσική που αυτό εκπροσωπούσε. Αμέσως μετά την κατοχή ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις, το 1946. Το τραγούδι το οποίο και τον ανέδειξε και τον κατέταξε στους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς του είδους αυτού ήταν το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι». Συνεργάστηκε με πολλά σπουδαία ονόματα της εποχής όπως το Βαγγέλη Περπινιάδη, το Στράτο Διονυσίου, το Μιχάλη Μενιδιάτη κ.ά. Στιχουργικά συνεργάστηκε με τους στιχουργούς Κώστα Βίρβο, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρη Παπαδόποουλο, Πυθαγόρα, Σώτια Τσώτου και με πολλούς άλλους.

Δημήτρης Μητροπάνος

mitropanos

Γεννήθηκε στην Αγία Μονή, μια συνοικία των Τρικάλων -από την οποία καταγόταν η μητέρα του- στις 2 Απριλίου του 1948. Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε πως είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο Πόλεμο, όταν ήρθε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως ζει στην Ρουμανία. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας, το Καππά. Από μικρός δούλευε τα καλοκαίρια για να βοηθήσει τα οικονομικά της οικογένειάς του. Πρώτα ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του και ύστερα στις κορδέλες κοπής ξύλων. Μετά την τρίτη γυμνασίου, το 1964, μετέβη στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην οδό Αχαρνών. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο, άρχισε να εργάζεται ως τραγουδιστής. Χαρακτηριστικά τον φώναζαν από μικρό βλαχάκι, λόγω και της καταγωγής του από την Θεσσαλία.

Χρήστος Κολοκοτρώνης

kolokotronis

Γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου το 1922 στην Καλλιθέα της Αθήνας αλλά μεγάλωσε στην Γλυκομηλιά του νομού Τρικάλων. Ήταν τρισέγγονος του ήρωα της Επανάστασης του ’21, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Από μαθητής ακόμα έγραφε ποιήματα και έκανε ρεπορτάζ για άρθρα τοπικών εφημερίδων της Θεσσαλίας, ενώ διάβαζε λογοτεχνία και ιστορία. Το 1947 κατέβηκε στην Αθήνα και ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία, εργάστηκε στις εφημερίδες Ελληνικόν Αίμα και Εθνική Φλόγα. Υπηρέτησε τη θητεία του, 6 χρόνια, στις Ελληνικές Ειδικές Δυνάμεις.
Το πρώτο τραγούδι που δισκογραφήθηκε ήταν το «Εγώ το πλουσιόπαιδο» στις αρχές της δεκαετίας του 50΄. Από τότε έγραψε πάρα πολλά τραγούδια, πολλά από τα οποία τραγούδησαν μεγάλες φωνές του λαϊκού τραγουδιού όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, η Καίτη Γκρέυ, ο Στράτος Διονυσίου, η Μαίρη Λίντα, η Πόλυ Πάνου κ.α.
Το καλοκαίρι του 1971 ηχογραφήθηκε ο «Ύμνος της ΑΕΚ» σε στίχους του και μουσική του Στέλιου Καζαντζίδη. Η ενορχήστρωση ήταν του Χρήστου Νικολόπουλου.

Κώστας Βίρβος

virvos

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.

Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Το Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Έχει δυο κόρες.

Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται «Ο φαντάρος» {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δε γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, («μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά»).

Το πρώτο τραγούδι που κυκλοφόρησε ήταν το «Να το βρεις από άλλη» σε μουσική Καλδάρα και ερμηνευτές τους Σούλα Καλφοπούλου και Μάρκο Βαμβακάρη (1948). Έχει γράψει πάνω από 2000 τραγούδια, λαϊκά, έντεχνα, μέχρι και παραδοσιακού ύφους με κοινωνικό και πολιτικό, άμεσο ή έμμεσο, περιεχόμενο. Άλλα σημαντικά του τραγούδια είναι: «Της γερακίνας γιος», «Το καράβι», «Μια παλιά ιστορία», «ο κυρ Θάνος πέθανε» και άλλα. Το πέρασμά του και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών έγινε με το άσμα «Καταχνιά» του Χρήστου Λεοντή, με το «Α-Ω», σε μουσική Μπιθικώτση, το «Θάλασσα, πικροθάλασσα», σε μουσική Μίμη Πλέσσα και πλήθος άλλων. Επίσης είναι ο συνθέτης του ύμνου της ποδοσφαιρικής ομάδας του Α.Ο. Τρίκαλα. Ένα σημαντικό έργο του είναι ο Θεσσαλικός Κύκλος σε μουσική τού Γιάννη Μαρκόπουλου.

Γιώργος Σαμολαδάς

samoladas

Είχε γεννηθεί στα Τρίκαλα στις 22 Ιουλίου του 1922.
Καθηγητής φυσικής αγωγής στο επάγγελμα, στην παράλληλη ενασχόλησή του με το λαϊκό τραγούδι, που ξεκίνησε το 1962, υπέγραψε σπουδαία τραγούδια, τα περισσότερα με τον συνομήλικο και παιδικό του φίλο Απόστολο Καλδάρα. Πολλά από αυτά, όπως «Ότι αγαπάω εγώ πεθαίνει», που ήταν και το πρώτο του, «Άμα θες να κλάψεις κλάψε», «Ένας σκύλος και μια γυναίκα», «Ένα αστέρι πέφτει πέφτει», «Περιφρόνα με γλυκιά μου», «Άσε πρώτα να ξεχάσω», «Πετροβολούσα τη ζωή», «Αχ καναρίνι μου» έγιναν μεγάλες και διαχρονικές επιτυχίες. Συνεργάστηκε επίσης αρκετά με τον Θόδωρο Δερβενιώτη, ενώ το 1974 υπέγραψε έναν ξεχωριστό κύκλο τραγουδιών αφιερωμένων στους ξενιτεμένους, σε μουσική του Απόστολου Καλδάρα, τους «Ροβινσώνες» που τραγούδησαν ο Γιάννης Πάριος, η Χάρις Αλεξίου και η Βασιλική Λαβίνα.

Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

papastefanou

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα. Πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τη μητέρα της, Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, διευθύντρια της γνωστής Χορωδίας Τρικάλων. Σε ηλικία 7 ετών έδωσε ρεσιτάλ στον «Παρνασσό» και την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε στον Βόλο.

Αποφοίτησε από το Ωδείο Αθηνών (τάξη Αλίκης Βατικιώτη) και συνέχισε τις σπουδές της στο Ωδείο Τσαϊκόφσκι της Μόσχας, την Ακαδημία Λιστ της Βουδαπέστης και με υποτροφία του ιδρύματος Aλ. Ωνάσης στο Πανεπιστήμιο Μπλούμινγκτον της Ιντιάνα, απ’ όπου πήρε το Artist Diploma στην τάξη του διακεκριμένου καθηγητή και πιανίστα Γκιόρκι Σέμποκ. Ακόμα, παρακολούθησε μαθήματα πιάνου με τους H. Leigraf, A. Marchand και Alfred Brendel και σύνθεσης με τους Γ. Α. Παπαϊωάννου και F. Fox.

Έχει βραβευθεί στο Διεθνή Διαγωνισμό Bach του Τορόντο και στο Διεθνή Διαγωνισμό της Γενεύης (Βραβεία Liebstοckl και Fazioli) το 1986 και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μοτσενίγου της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, τον Σεπτέμβριο του 1985 υπήρξε μία από τις 4 διπλωματούχους φιναλίστ του Διαγωνισμού πιάνου Clara Haskil στην Ελβετία.

Έχει εμφανιστεί, παίρνοντας καλές κριτικές, σε συναυλίες με ορχήστρες και ρεσιτάλ στην Ελλάδα (Φεστιβάλ Αθηνών, Επιδαύρου, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.ά.) και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική. Έχει επανειλημμένα παρουσιάσει ολοκληρωμένους κύκλους έργων: Σονάτες του Μπαλντασάρε Γκαλούπι, το Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο, τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ και τις παρτίτες του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, όλες τις Σονάτες του Μότσαρτ και του Σούμπερτ, ολόκληρο το έργο του Ρόμπερτ Σούμαν, του Μορίς Ραβέλ και του Μπέλα Μπάρτοκ, καθώς και έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών, ενώ συχνά ερμηνεύει σύγχρονη μουσική με έμφαση στο συνδυασμό πιάνου με κρουστά.

Έχει ασχοληθεί επίσης με τη σύνθεση και τη μελοποίηση Ελλήνων ποιητών. Έχει ηχογραφήσει πολλούς κύκλους έργων (Galuppi, Bach, Mozart, Γ.Α. Παπαϊωάννου) και πρόσφατα κυκλοφόρησε το CD του ρεσιτάλ της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με έργα Σούμαν.